
Ήταν αρχές Νοέμβρη και το κρύο είχε μπει για τα καλά. Ήταν απόγευμα και η Άννα μετά από μια κουραστική μέρα στη δουλειά και χιλιάδες σκέψεις να τριγυρίζουν στο μυαλό της ετοιμαζόταν για να βγει. Τα πράγματα ήταν τόσο δύσκολα γι' αυτήν. Είχε να πληρωθεί δυο μήνες και ζητούσε συνέχεια δανεικά από τους γονείς της.
Και μέσα σε όλα αυτά ήρθε και ο τσακωμός με τον φίλο της. Ήταν μαζί σχεδόν ένα χρόνο αλλά τον τελευταίο μήνα η σχέση τους δεν πήγαινε και τόσο καλά. Είχε ραντεβού μαζί του σε ένα καφέ στο κέντρο. Ήθελε να λυθεί πλέον το όποιο πρόβλημα. Ήθελε να τα βρουν, τον αγαπούσε αλλά τον τελευταίο καιρό φαινόταν να μην την καταλαβαίνει .
Είχε απομακρυνθεί τελείως και φαινόταν σαν να μην νοιάζεται πλέον για αυτήν Έπρεπε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση.
Φόρεσε ένα μαύρο φόρεμα με μια άσπρη ζώνη στη μέση και τις μαύρες μπότες της μέχρι το γόνατο, πήρε το παλτό της και την τσάντα της στο χέρι και ξεκίνησε. Ο ουρανός είχε λίγα σύννεφα αλλά δεν σκέφτηκε να πάρει ομπρέλα. Έφτασε στο καφέ και κοίταξε ένα ένα τα τραπέζια ψάχνοντας τον. Δεν ήταν πουθενά, και η ίδια είχε αργήσει ήδη δέκα λεπτά. Μάλλον θα του έτυχε τίποτα και θα αργήσει για κανα 5λεπτο,σκέφτηκε. Τα πέντε λεπτά όμως πέρασαν, όπως πέρασε και η μια ώρα χωρίς να εμφανιστεί. Τι να έκανε; Να σηκωνόταν να φύγει ή να τον έπαιρνε πρώτα τηλέφωνο;Μπορεί να του έχει συμβεί τίποτα κακό,σκέφτηκε και πήρε αμέσως το κινητό στο χέρι, πληκτρολογώντας τον αριθμό του. Τίποτα όμως. Αποφασίζει λοιπόν να φύγει. Κάνει βόλτες στους δρόμους,περιπλανιέται από εδώ και από εκεί. Όταν φτάνει μπροστά σε ένα θέαμα που δεν περίμενε...
Αυτόν...αλλά δεν είναι μόνος...ποια είναι αυτή που του χαϊδεύει τα μαλλιά και τον κοιτά μέσα στα μάτια με τόση αγάπη;
Δεν γίνεται!Δεν είναι δυνατόν!Κι όμως είναι και το βλέπει ακριβώς μπροστά της.
Η βροχή πέφτει ασταμάτητα και η Άννα τρέχει στους δρόμους σαν χαμένη. Όλα της πήγαιναν στραβά. Αυτός που της υποσχόταν αιώνια αγάπη,αντί να είναι στο πλευρό της τώρα που όλα είναι τόσο δύσκολα,προτίμησε να βρει κάποια άλλη. Δεν ήθελε να τον ξαναδεί μπροστά της. Ήθελε να φύγει μακριά α ξεφύγει. Είχε γίνει μούσκεμα, αλλά δεν την ένοιαζε. Ένιωσε ελεύθερη εκείνη τη στιγμή, μακριά από όλα. Τα δάκρυα της δεν ξεχώριζαν από της σταγόνες της βροχής. Είχαν γίνει ένα με το βρεγμένο πρόσωπο της. Μετά από τόσες ώρες άσκοπης περιπλάνησης, λύγισε Δεν μπορούσε άλλο!Γονάτισε με το κεφάλι κάτω. Άρχισε να σκέφτεται όλα όσα έγιναν. Όλα όσα τη βασάνιζαν.
-Δεν γίνεται να το βάλω στα πόδια. Θα σταθώ στα πόδια μου. Δεν θα αφήσω τίποτα να με λυγίσει. Μπορεί όλα στη ζωή να μου πάνε στραβά αλλά θα τα καταφέρω. Ναι θα τα καταφέρω!!!
Δεν αξίζει να κλαις και να στεναχωριέσαι για κανέναν και για τίποτα. Αφού δείλιασε σε μια τέτοια στιγμή δεν άξιζε. Και ίσως καλύτερα που αποκαλύφθηκε τώρα.
Η Άννα σήκωσε το κεφάλι ψηλά και φώναξε 'ΑΎΡΙΟ ΕΊΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΎΡΙΑ ΜΈΡΑ΄.
Τα παραμύθια έπαψαν να είναι τέλεια από τότε που χάθηκαν και οι 'τέλειες' ζωές μας...