Περπατούσαμε στο διάδρομο, από όπου φεύγει το λεωφορείο για Κατερίνη και όλα τα καθίσματα του διαδρόμου ήταν πιασμένα. Έβλεπες παντού ανθρώπους να κοιμούνται.
Βρήκαμε τελικά να κάτσουμε. Δίπλα μας καθόταν μια κυρία με τα παιδάκια της. Ένας φίλος μου σχολίασε για το ότι το ένα κοιμόταν κάτω. Και ξανα σχολίασε βλέποντας ακόμα ένα να κοιμάται κι αυτό κάτω λίγο πιο πέρα.
Ήταν πρόσφυγες, μάλλον από τη Συρία.Ποιος ξέρεις; Το ένα παιδάκι καθόταν στα πόδξια της μαμάς του και το άλλο πείραζε ένα τσιγάρο που βρισκόταν επάνω στον κάδο. Σκέφτηκα τι θα μπορούσε να τα κάνει χαρούμενα εκείνη τη στιγμή. Ένα παιχνίδι. Δεν είχα όμως παιχνίδια μαζί μου για να τους δώσω!
Έκοψα ένα φύλλο χαρτί από το τετράδιο μου και άρχισα να το τσακίζω από εδώ κι από εκεί, ενώ παράλληλα άρχισα να θυμάμαι εκείνο το καλοκαίρι στην κατασκήνωση, που γνώρισα τον Αίαντα.
Ο Αίας ήταν ένα μικρό αγοράκι που είχε έρθει με την ομάδα της ρομποτικής. Ήταν ο πιο μικρός της ομάδας, παρόλ' αυτά είχε ένα τεράστιο μυαλό!
Τον είδα μια φορά να κλαίει και να λέει ότι θέλει να φύγει ενώ ένας υπεύθυνος της ομάδας προσπαθούσε να τον ηρεμήσει. Ήθελα να του μιλήσω αλλά θεώρησα ότι ήταν καλύτερο να μην επέμβω. Μετά από λίγες μέρες τον ξανα είδα να κλαίει γιατί πονούσε το πόδι του και πάλι δεν κατάφερα να του μιλήσω. Την τρίτη φορά όμως βρήκα την ευκαιρία και του είπα αν θα ήθελε να του χαρίσω ένα μπαλόνι. Από εκείνη την ημέρα έγινε ο καλύτερος μου φίλος στην κατασκήνωση. Παίζαμε γκρινιάρη, φιδάκι, φουσκώναμε από ένα μπαλόνι και προσπαθούσαμε να μην μας πέσει κάτω ενώ το χτυπούσαμε να ανέβει ψηλά, παίζαμε με τα χούλα χουπ, τον πήγαινα να κάνει τα αθλήματα που του άρεσαν, τρώγαμε παγωτό, ζωγραφίζαμε και φυσικά φτιάχναμε "μαμ-μαμ".
Κάποιες φορές τα μεσημέρια αφού είχα φάει, πήγαινα να ξαπλώσω, κι ενώ εκείνη την ώρα το μόνο που ήθελα ήταν να ξεκουραστώ, ο Αίας ερχόταν και με φώναζε να παίξουμε, και δεν με ένοιαζε που δεν θα κοιμόμουν τελικά. Μια φορά που ένιωθα πιο κουρασμένη του είπα να κάτσουμε στο σπιτάκι και του πρότεινα να του διαβάσω ένα βιβλίο...το αγαπημένο μου βιβλίο τον γλάρο Ιωνάθαν Λίβινγκστον και καθόταν δίπλα μου και με άκουγε με προσοχή.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την συζήτηση μας όταν του είπα ότι πληρώθηκα!
-20 ευρώ, με ρώτησε.
-Όχι, του είπα.
-30;
-Παραπάνω.
-50, και με κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια.
Του είπα τελικά πόσα πήρα και πήγαμε να φάμε από ένα μεγάλο παγωτό πύραυλο!
Όλοι οι υπεύθυνοι της ομάδας όποτε με έβλεπαν μου χαμογελούσαν και με ευχαριστούσαν επειδή τον κρατούσα απασχολημένο και του έκανα παρέα...εγώ όμως στα γαλαζοπράσινα ματάκια του έβλεπα ένα πανέξυπνο μικρό αγοράκι! Ναι, υπήρχαν φορές που ήθελε να γίνεται το δικό του και δύσκολα του άλλαζες γνώμη, αλλά τελικά εγώ τουλάχιστον το κατάφερνα. Καθόμουν και τον παρατηρούσα να κάνει βουτιές στην πισίνα με τη μάσκα του και γελούσα.
Μέχρι να τα σκεφτώ όλα αυτά, και χωρίς να το περιμένω ότι το θυμόμουν ακόμα είχα φτιάξει ένα "μαμ-μαμ". Έβγαλα ένα στυλό ζωγράφισα δύο ματάκια, μια μύτη και από μέσα μια γλώσσα.
Το κρατούσα στα χέρια μου, ντρεπόμουν να το δώσω...
Ο φίλος μου από δίπλα επέμενε και τελικά το πήρε και το έδωσε εκείνος.
Η μαμά του το πήρε και άρχισε να παίζει...τα παιδάκια άρχισαν να γελάνε και να θέλουν να παίξουν με το "μαμ-μαμ"! Δεν θα ξεχάσω ποτέ το γέλιο τους!
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Αίαντα!
Σ'ευχαριστώ Αίαντα για όσα μου έμαθες...ξέρω πως κι εσύ με την μικρή, παιδική σου καρδιά θα έκανες ακριβώς το ίδιο!!!
Βρήκαμε τελικά να κάτσουμε. Δίπλα μας καθόταν μια κυρία με τα παιδάκια της. Ένας φίλος μου σχολίασε για το ότι το ένα κοιμόταν κάτω. Και ξανα σχολίασε βλέποντας ακόμα ένα να κοιμάται κι αυτό κάτω λίγο πιο πέρα.
Ήταν πρόσφυγες, μάλλον από τη Συρία.Ποιος ξέρεις; Το ένα παιδάκι καθόταν στα πόδξια της μαμάς του και το άλλο πείραζε ένα τσιγάρο που βρισκόταν επάνω στον κάδο. Σκέφτηκα τι θα μπορούσε να τα κάνει χαρούμενα εκείνη τη στιγμή. Ένα παιχνίδι. Δεν είχα όμως παιχνίδια μαζί μου για να τους δώσω!
Έκοψα ένα φύλλο χαρτί από το τετράδιο μου και άρχισα να το τσακίζω από εδώ κι από εκεί, ενώ παράλληλα άρχισα να θυμάμαι εκείνο το καλοκαίρι στην κατασκήνωση, που γνώρισα τον Αίαντα.
Ο Αίας ήταν ένα μικρό αγοράκι που είχε έρθει με την ομάδα της ρομποτικής. Ήταν ο πιο μικρός της ομάδας, παρόλ' αυτά είχε ένα τεράστιο μυαλό!
Τον είδα μια φορά να κλαίει και να λέει ότι θέλει να φύγει ενώ ένας υπεύθυνος της ομάδας προσπαθούσε να τον ηρεμήσει. Ήθελα να του μιλήσω αλλά θεώρησα ότι ήταν καλύτερο να μην επέμβω. Μετά από λίγες μέρες τον ξανα είδα να κλαίει γιατί πονούσε το πόδι του και πάλι δεν κατάφερα να του μιλήσω. Την τρίτη φορά όμως βρήκα την ευκαιρία και του είπα αν θα ήθελε να του χαρίσω ένα μπαλόνι. Από εκείνη την ημέρα έγινε ο καλύτερος μου φίλος στην κατασκήνωση. Παίζαμε γκρινιάρη, φιδάκι, φουσκώναμε από ένα μπαλόνι και προσπαθούσαμε να μην μας πέσει κάτω ενώ το χτυπούσαμε να ανέβει ψηλά, παίζαμε με τα χούλα χουπ, τον πήγαινα να κάνει τα αθλήματα που του άρεσαν, τρώγαμε παγωτό, ζωγραφίζαμε και φυσικά φτιάχναμε "μαμ-μαμ".
Κάποιες φορές τα μεσημέρια αφού είχα φάει, πήγαινα να ξαπλώσω, κι ενώ εκείνη την ώρα το μόνο που ήθελα ήταν να ξεκουραστώ, ο Αίας ερχόταν και με φώναζε να παίξουμε, και δεν με ένοιαζε που δεν θα κοιμόμουν τελικά. Μια φορά που ένιωθα πιο κουρασμένη του είπα να κάτσουμε στο σπιτάκι και του πρότεινα να του διαβάσω ένα βιβλίο...το αγαπημένο μου βιβλίο τον γλάρο Ιωνάθαν Λίβινγκστον και καθόταν δίπλα μου και με άκουγε με προσοχή.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την συζήτηση μας όταν του είπα ότι πληρώθηκα!
-20 ευρώ, με ρώτησε.
-Όχι, του είπα.
-30;
-Παραπάνω.
-50, και με κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια.
Του είπα τελικά πόσα πήρα και πήγαμε να φάμε από ένα μεγάλο παγωτό πύραυλο!
Όλοι οι υπεύθυνοι της ομάδας όποτε με έβλεπαν μου χαμογελούσαν και με ευχαριστούσαν επειδή τον κρατούσα απασχολημένο και του έκανα παρέα...εγώ όμως στα γαλαζοπράσινα ματάκια του έβλεπα ένα πανέξυπνο μικρό αγοράκι! Ναι, υπήρχαν φορές που ήθελε να γίνεται το δικό του και δύσκολα του άλλαζες γνώμη, αλλά τελικά εγώ τουλάχιστον το κατάφερνα. Καθόμουν και τον παρατηρούσα να κάνει βουτιές στην πισίνα με τη μάσκα του και γελούσα.
Μέχρι να τα σκεφτώ όλα αυτά, και χωρίς να το περιμένω ότι το θυμόμουν ακόμα είχα φτιάξει ένα "μαμ-μαμ". Έβγαλα ένα στυλό ζωγράφισα δύο ματάκια, μια μύτη και από μέσα μια γλώσσα.
Το κρατούσα στα χέρια μου, ντρεπόμουν να το δώσω...
Ο φίλος μου από δίπλα επέμενε και τελικά το πήρε και το έδωσε εκείνος.
Η μαμά του το πήρε και άρχισε να παίζει...τα παιδάκια άρχισαν να γελάνε και να θέλουν να παίξουν με το "μαμ-μαμ"! Δεν θα ξεχάσω ποτέ το γέλιο τους!
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Αίαντα!
![]() |
| Τα "μαμ-μαμ" |

Τι όμορφη ιστορία και τι όμορφη κίνηση...για να είμαι ειλικρινής δεν τα ήξερα αυτά τα "μαμ-μαμ", πάντως τα παιδικά χαμόγελα είναι τα πιο όμορφα :))
ReplyDeleteΚαλή σου μέρα, να έχεις ένα υπέροχο μήνα!
Κι εμένα ο Αίας μου τα έμαθε...τι μαθαίνεις από ένα μικρό παιδάκι!
DeleteΠράγματι τα παιδικά χαμόμόγελα δεν συγκρίνονται και είναι ακόμα πιο υπέροχο όταν τα προκαλείς εσύ!
Καλημέρα! Κι εσύ επίσης Ωραιοζήλη! :-)